Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα στην ΕΕ


Στις 13.9.2017, η Επιτροπή κατέθεσε Πρόταση Κανονισμού για το πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας μη προσωπικών δεδομένων στην ΕΕ (COM (2017) 495 final). Η Πρόταση αυτή δεν επηρεάζει το ισχύον καθεστώς προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. τον Κανονισμό 2016/679), αντιθέτως, ενισχύει την πληροφοριακή οικονομία και λειτουργεί συμπληρωματική προς άλλες κοινοτικές ρυθμίσεις, όπως είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο.

Ειδικότερα, η Επιτροπή προτείνει ένα νέο σύνολο κανόνων που θα διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα στην ΕΕ. Σε συνδυασμό με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα νέα μέτρα θα διευκολύνουν την αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υπηρεσιών εντός μιας αποτελεσματικής ενωσιακής ενιαίας αγοράς για τις υπηρεσίες δεδομένων. Η άρση των γεωγραφικών περιορισμών στα δεδομένα θεωρείται ότι είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για να μπορέσει η οικονομία των δεδομένων να διπλασιαστεί σε αξία, φτάνοντας το 4 % του ΑΕΠ το 2020.

Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται τρεις αρχές:

  1. Η αρχή της ελεύθερης ροής των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα σε διασυνοριακό επίπεδο: τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν στους οργανισμούς την υποχρέωση να αποθηκεύουν ή να επεξεργάζονται τα δεδομένα εντός των συνόρων τους. Περιορισμοί θα επιτρέπονται μόνο για λόγους δημόσιας ασφάλειας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε νέα ή υφιστάμενη απαίτηση γεωγραφικού περιορισμού δεδομένων. Χάρη στην ελεύθερη ροή των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα οι επιχειρήσεις θα δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο ευκολότερα και φθηνότερα, χωρίς να χρειάζεται να διαθέτουν πολλαπλά συστήματα ΤΠ ή να αποθηκεύουν τα ίδια δεδομένα σε διαφορετικές τοποθεσίες.
  2. Η αρχή της διαθεσιμότητας των δεδομένων για κανονιστικό έλεγχο: οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν τα δικαιώματά τους όσον αφορά την πρόσβαση σε δεδομένα ανεξάρτητα από το πού αυτά είναι αποθηκευμένα ή υπόκεινται σε επεξεργασία στην ΕΕ. Η ελεύθερη ροή των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα δεν θα επηρεάσει τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων και άλλων οργανισμών να παρέχουν ορισμένα δεδομένα για λόγους κανονιστικού ελέγχου.
  3. Η κατάρτιση κωδίκων συμπεριφοράς της ΕΕ για την εξάλειψη των εμποδίων όσον αφορά τη δυνατότητα αλλαγής παρόχων υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και την επαναφορά των δεδομένων στα συστήματα ΤΠ των χρηστών.
Σύμφωνα με το δελτίο τύπου της 19/9/2017, οι νέες αυτές διατάξεις θα αυξήσουν την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των οργανισμών. Επιπλέον, θα ανοίξουν τον δρόμο για μια πραγματικά ενιαία ενωσιακή αγορά υπηρεσιών αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων, η οποία θα οδηγήσει σε έναν ανταγωνιστικό, ασφαλή και αξιόπιστο ευρωπαϊκό τομέα υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και στη μείωση των τιμών για τους χρήστες των υπηρεσιών επεξεργασίας και αποθήκευσης δεδομένων. Δεδομένου ότι στόχος των νέων διατάξεων είναι να αυξηθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης, αναμένεται ότι οι επιχειρήσεις θα αυξήσουν τη χρήση υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και θα αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια κατά την είσοδό τους σε νέες αγορές. Θα έχουν επίσης τη δυνατότητα να μεταφέρουν τους εσωτερικούς τους πόρους ΤΠ στις πλέον αποδοτικές από πλευράς κόστους περιοχές.

Για περισσότερες πληροφορίες βλ.:

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο


Όπως είναι γνωστόν, σύμφωνα με το Σύνταγμα (αρθρ. 19 παρ. 1), η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών γίνεται μόνο για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Στο νόμο (άρθρο 4 ν. 2225/1994) εξειδικεύεται η επιταγή του Συντάγματος και προβλέπονται τα αδικήματα (κακουργήματα) για τα οποία επιτρέπεται η άρση του απορρήτου και με βάση συγκεκριμένη διαδικασία (διάταξη Συμβουλίου Εφετών ή Πλημμελειοδικών).

Με βάση αυτό το νομικό πλαίσιο, δεν επιτρέπεται η άρση απορρήτου των επικοινωνιών που πραγματοποιούνται μέσω του διαδικτύου, παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις του νόμου. Βεβαίως, υποστηρίχθηκε σε Γνωμοδοτήσεις Εισαγγελέων ΑΠ ότι το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει την επικοινωνία μέσω διαδικτύου και ότι στην περίπτωση τελέσεως οποιουδήποτε εγκλήματος μέσω του διαδικτύου δεν απαιτείται άδεια οποιασδήποτε αρχής (βλ. ιδίως Γνωμοδότηση 9/2009). Ωστόσο, οι απόψεις αυτές είναι contra legem, διότι ο νόμος είναι σαφής (ν. 3471/20016).

Το πρόβλημα που αφορούσε την αποκάλυψη των χρηστών του διαδικτύου που διαπράττουν προσβολές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων ήταν ότι στο ν. 2225/1994 δεν υπήρχε σχετική νομική βάση και δεν μπορούσε να ακολουθηθεί η διαδικασία της άρσης απορρήτου

Ήδη, με το ν. 4481/2017, προβλέφθηκε διαδικασία άρση απορρήτου για τη διακρίβωση εγκλημάτων που συνιστούν παραβιάσεις του ν. 2121/1993 για την πνευματική ιδιοκτησία. Ειδικότερα, προβλέπεται πλέον ότι: "Επιτρέπεται, επίσης, η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση της προσβολής που τελείται στο διαδίκτυο σε βαθμό κακουργήματος δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στο ν. 2121/1993 (Α΄ 25).».

Η διάταξη αυτή αφορά στην κακουργηματική μορφή του αδικήματος που τυποποιείται στο άρθρο 66 παρ. 3 εδ. β΄, γ΄ ν. 2121/1993, ήτοι όταν "ο υπαίτιος τελεί τις παραπάνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή σε εμπορική κλίμακα ή αν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 5 έως 20 εκατομμυρίων δραχμών, καθώς και αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης στα πλαίσια της οποίας εκτελέσθηκε η πράξη. Θεωρείται ότι η πράξη έχει τελεσθεί κατ'' επάγγελμα και όταν ο δράστης έχει καταδικασθεί για αδικήματα του παρόντος άρθρου ή για παράβαση των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας που ίσχυαν πριν απ'' αυτό με αμετάκλητη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας." 

Η πρακτική συνέπεια αυτής της νομοθετικής επιλογής να συμπεριλάβει στο ν. 2225/1994 μόνο τα κακουργήματα είναι να μην μπορεί να γίνει αποκάλυψη της ταυτότητας χρηστών ή συνδρομητών που απλώς διαπράττουν πλημελήμματα, π.χ., καταφορτώνουν αρχεία μουσικής ή ταινίες στον η/υ τους. Ωστόσο, τονίζεται ότι δεν μπορούσε να νομοθετηθεί διαφορετικά, διότι το Σύνταγμα στην παραπάνω διάταξη αναφέρεται σε σοβαρά αδικήματα, εννοώντας τα κακουργήματα. Μόνη περίπτωση να βρει εφαρμογή η νέα διάταξη σε χρήστες είναι εφόσον κριθεί ότι ενεργούν κατ' επάγγελμα ή κατ' εξακολούθηση.







Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ανακοίνωση της ΑΠΔΠΧ για τις πιστοποιήσεις Υπευθύνων Προστασίας Δεδομένων


Την 9-8-2017 (αρ. πρωτ.: Γ/ΕΞ/6007) η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) εξέδωσε Ανακοίνωση σχετικά με την πιστοποίηση επαγγελµατικών προσόντων Υπευθύνων Προστασίας ∆εδοµένων (Data Protection Officers - DPOs), στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραµµάτων που πραγµατοποιούνται από διάφορους φορείς,

Σημειώνεται ότι στον Ευρωπαϊκο Κανονισμό 2016/679 προβλέπεται υποχρεωτικά ο διορισμός υπευθύνων προστασίας δεδομένων σε κρατικές υπηρεσίες και σε επιχειρήσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις (βλ. άρθρο 37 Κανονισμού). Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι υποχρεωτικός ο διορισμός σε όλες τις επιχειρήσεις, αλλά μόνο στις εξής περιπτώσεις όπου:
α)
η επεξεργασία διενεργείται από δημόσια αρχή ή φορέα, εκτός από δικαστήρια που ενεργούν στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας,
β)
οι βασικές δραστηριότητες του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία συνιστούν πράξεις επεξεργασίας οι οποίες, λόγω της φύσης, του πεδίου εφαρμογής και/ή των σκοπών τους, απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση των υποκειμένων των δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα, ή
γ)
οι βασικές δραστηριότητες του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία συνιστούν μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά το άρθρο 9 και δεδομένων που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 10.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 5 του Κανονισμού,  "ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διορίζεται βάσει επαγγελματικών προσόντων και ιδίως βάσει της εμπειρογνωσίας που διαθέτει στον τομέα του δικαίου και των πρακτικών περί προστασίας δεδομένων, καθώς και βάσει της ικανότητας εκπλήρωσης των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 39". Σαφώς, στον Κανονισμό δεν προβλέπεται ότι τα πρόσωπα που πρόκειται να διοριστούν ως υπεύθυνοι προστασίας δεδομένων πρέπει να διαθέτουν πιστοποίηση. Η επιλογή τους θα γίνεται με την ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας που πρέπει να εκτιμήσει τα επαγγελματικά προσόντα τους, βάσει του βιογραφικού τους. 

Λόγω του ότι πολλοί φορείς παρέχουν εκπαίδευση σε όσους θεωρούν καλή επαγγελματική προοπτική την ανάληψη μιας τέτοιας θέσης, η Αρχή πήρε θέση και κατέστησε σαφές ότι οι εν λόγω φορείς δεν είναι διαπιστευμένοι να παρέχουν εκπαίδευση προς το σκοπό αυτό, χωρίς βεβαίως να βλάπτει η διενέργεια σχετικών επιμορφωτικών σεμιναρίων.

Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι τα εκπαιδευτικά αυτά προγράμματα δεν είναι κάτι αντίστοιχο με την εκπαίδευση που παρέχουν διαπιστευμένοι φορείς στους διαμεσολαβητές.

Ειδικότερα, η Ανακοίνωση της Αρχής καταλήγει στα εξής:

• Η δραστηριοποίηση αυτή της αγοράς είναι θετική, αφού συµβάλλει στη µεταφορά γνώσης και ενηµέρωσης σε θέµατα του ΓΚΠ∆, πρέπει όµως να τεθεί στην ορθή της διάσταση, αποφεύγοντας τη δηµιουργία εσφαλµένων εντυπώσεων ως προς τις σχετικές απαιτήσεις του ΓΚΠ∆.

• Ο ΓΚΠ∆, που θα τεθεί σε ισχύ τον Μάϊο του 2018, δεν θέτει κάποια υποχρεωτική απαίτηση για πιστοποίηση του DPO, ούτε καν ενθαρρύνει σχετική πιστοποίηση σε προαιρετική βάση.

• Μέχρι σήµερα κανένας φορέας στην Ελλάδα δεν έχει διαπιστευθεί για να πιστοποιεί τα επαγγελµατικά προσόντα/δεξιότητες ενός DPO. Συνεπώς, οι προτεινόµενες πιστοποιήσεις DPO δεν εµπίπτουν στην κατηγορία των υφιστάµενων επίσηµων ελληνικών πιστοποιήσεων.

• H ύλη των προσφερόµενων εκπαιδευτικών προγραµµάτων µπορεί µεν να χαρακτηριστεί γενικώς ως συναφής µε τον ΓΚΠ∆ και τη θέση του DPO, η επιλογή της όµως αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των φορέων που τα παρέχουν.










Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Εγκλήματα μίσους - η απόφαση στην υπόθεση "Ρίχτερ"

Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης 2383/2015


Δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση εγκλημάτων (άρ. 2 Ν. 927/1979) 


Κηρύσσεται αντισυνταγματικό το άρ. 2 του Ν. 927/1979, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4285/2014, διότι: α) η δυνατότητα αναγνώρισης εγκλημάτων γενοκτονιών κ.λπ. με απόφαση της Βουλής αντίκειται στην θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, κατά την οποία η εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών, που εν προκειμένω ενδέχεται να στοιχειοθετούν τα ως άνω εγκλήματα, αποτελεί έργο αποκλειστικά της δικαστικής λειτουργίας και όχι της νομοθετικής, β) η μη αναγνώριση των προβλεπόμενων εγκλημάτων από τα αρμόδια εθνικά ή διεθνή δικαστήρια κατατείνει στις περισσότερες περιπτώσεις στην ανυπαρξία τους, ως εκ τούτου δε η εκ των υστέρων αναγνώριση των σχετικών εγκλημάτων με αποφάσεις της Βουλής συνιστά απαγορευμένη ιδιότυπη αναδρομική εφαρμογή ποινικού νόμου, γ) η ασαφής και αβέβαιη διατύπωση των προεδρικών διαταγμάτων, με τα οποία σε καθαρά συμβολικό επίπεδο ανακηρύσσονται συγκεκριμένες πόλεις και χωριά ως “μαρτυρικά”, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι εμπεριέχουν αναγνώριση εγκλημάτων του ναζισμού, κάτι το οποίο δεν ευσταθεί, αφού δεν διατυπώνονται με αυτά γενικοί και αφηρημένοι κανόνες δικαίου, παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας, κατά την οποία ο ποινικός νόμος πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος και δ) αντίκειται στην ελευθερία της έκφρασης και την ακαδημαϊκή ελευθερία καθ’ ο μέτρο αναθέτει στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αποφαίνεται ως φορέας της επιστημονικής γνώσης επί ιστορικών γεγονότων και αποστερεί τον έλεγχο αυτόν από τα εθνικά και διεθνή δικαστήρια, τα οποία κατά τεκμήριο λειτουργούν υπό τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και είναι τα πλέον κατάλληλα να αναχαιτίσουν αθέμιτους φραγμούς στην επιστημονική και την εν γένει ελευθερία του λόγου. – Κηρύσσεται αντίθετο προς το Ενωσιακό Δίκαιο το άρ. 2 του Ν. 927/1979, όπως αυτό ισχύει, διότι ο Έλληνας νομοθέτης, κατά ουσιώδη παρέκκλιση από την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ, στην οποία οριζόταν ότι η αναγνώριση εγκλημάτων γενοκτονιών κ.λπ. ανατίθεται αποκλειστικά στα εθνικά και διεθνή δικαστήρια, ανέθεσε την δυνατότητα αναγνώρισης αυτών και στην νομοθετική εξουσία, αποτυγχάνοντας να εναρμονισθεί με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. – Κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της άρνησης των εγκλημάτων του ναζισμού και εγκλημάτων πολέμου, στρεφομένης κατά του κρητικού λαού και έχουσας υβριστικό χαρακτήρα.


Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Πρόστιμο μαμούθ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Google για παράβαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 2,42 δισ. ευρώ στην Google λόγω παραβίασης των αντιμονοπωλιακών κανόνων της EΕ. Η Google καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στην αγορά μηχανών αναζήτησης, παρέχοντας παράνομο πλεονέκτημα σε άλλο προϊόν της Google, στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών.
Η εταιρεία πρέπει τώρα, εντός 90 ημερών, να δώσει τέλος στην καταχρηστική αυτή συμπεριφορά, ειδάλλως θα κληθεί να καταβάλει χρηματικές ποινές ύψους έως και 5% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών παγκοσμίως της Alphabet, μητρικής εταιρείας της Google.
Η Επίτροπος Ανταγωνισμού, Margrethe Vestager, δήλωσε τα εξής: «Η Google έχει δημιουργήσει πολλά καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες που έχουν αλλάξει καταλυτικά την καθημερινότητά μας. Αυτό είναι θετικό. Αλλά η στρατηγική της Google όσον αφορά τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών δεν αποσκοπούσε απλώς σε προσέλκυση πελατών μέσω της βελτίωσης του προϊόντος της σε σχέση με εκείνο των ανταγωνιστών της. Αντιθέτως, η Google προέβη σε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει στις μηχανές αναζήτησης, προωθώντας τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών στα αποτελέσματα αναζήτησης, και υποβιβάζοντας εκείνες των ανταγωνιστών.
Η πρακτική της Google είναι παράνομη βάσει των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ. Αρνήθηκε την ευκαιρία σε άλλες εταιρείες να ανταγωνιστούν αξιοκρατικά και να καινοτομήσουν. Και, το πιο σημαντικό, αρνήθηκε στους Ευρωπαίους καταναλωτές τη δυνατότητα για πραγματική επιλογή υπηρεσιών και για πλήρη αξιοποίηση των οφελών της καινοτομίας.»
Η στρατηγική της Google όσον αφορά τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών
Το εμβληματικό προϊόν της Google είναι η μηχανή αναζήτησης της Google, η οποία παρέχει αποτελέσματα αναζήτησης στους καταναλωτές, οι οποίοι πληρώνουν για την εν λόγω υπηρεσία δίνοντας ως αντάλλαγμα δικά τους δεδομένα. Ποσοστό 90% σχεδόν των εσόδων της Google προέρχεται από διαφημίσεις, όπως διαφημίσεις τις οποίες προβάλλει στους καταναλωτές σε απάντηση σε αίτημα αναζήτησης.
Το 2004, η Google εισήλθε στην χωριστή αγορά υπηρεσιών σύγκρισης τιμών στην Ευρώπη, με ένα προϊόν που αρχικά ονομαζόταν «Froogle», μετονομάστηκε σε «Google Product Search» το 2008 και από το 2013, ονομάζεται «Google Shopping». Η υπηρεσία αυτή επιτρέπει στους καταναλωτές να συγκρίνουν τα προϊόντα και τις τιμές στο διαδίκτυο και να βρίσκουν ευκαιρίες από διαδικτυακούς λιανοπωλητές όλων των ειδών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται διαδικτυακά καταστήματα κατασκευαστών, πλατφόρμες (όπως η Amazon και η eBay), και άλλοι μεταπωλητές.
Όταν η Google εισήλθε στις αγορές σύγκρισης τιμών με το Froogle, υπήρχαν ήδη πολλοί καθιερωμένοι «παίκτες». Από επίκαιρα στοιχεία της Google προκύπτει ότι η εταιρεία γνώριζε ότι οι επιδόσεις της Froogle στην αγορά ήταν σχετικά χαμηλές (σε ένα εσωτερικό έγγραφο του 2006 αναφερόταν ότι: "Froogle simply doesn'work"/«Η Froogle απλώς δεν λειτουργεί»).
Οι υπηρεσίες σύγκρισης τιμών βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην κίνηση για να είναι ανταγωνιστικές. Η μεγαλύτερη κίνηση, σημαίνει περισσότερα κλικ, και άρα έσοδα. Επιπλέον, η μεγαλύτερη κίνηση προσελκύει επίσης περισσότερους εμπόρους λιανικής που επιθυμούν να συμπεριληφθούν τα προϊόντα τους σε υπηρεσία σύγκρισης τιμών. Δεδομένης της δεσπόζουσας θέσης της Google στη γενική διαδικτυακή αναζήτηση, η μηχανή αναζήτησής της αποτελεί σημαντική πηγή κίνησης για τις υπηρεσίες σύγκρισης τιμών.
Από το 2008, η Google άρχισε να εφαρμόζει στις ευρωπαϊκές αγορές μια θεμελιώδη αλλαγή στη στρατηγική της, προωθώντας τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών. Η εν λόγω στρατηγική στηρίχθηκε στη δεσπόζουσα θέση της Google στη γενική διαδικτυακή αναζήτηση, αντί για τον ανταγωνισμό με βάση αξιοκρατικά κριτήρια στις αγορές σύγκρισης τιμών:
  • Η Google παρείχε συστηματικά περίοπτη θέση στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών: όταν ένας καταναλωτής υποβάλλει αίτημα αναζήτησης στη μηχανή αναζήτησης της Google, αναφορικά με το οποίο η υπηρεσία σύγκρισης τιμών της Google επιθυμεί να εμφανίσει αποτελέσματα, αυτά εμφανίζονται στην πρώτη σειρά των αποτελεσμάτων αναζήτησης ή κοντά σε αυτή.
  • Η Google υποβίβαζε τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών στα αποτελέσματα έρευνας που εμφάνιζε: οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών εμφανίζονται στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google βάσει των αλγόριθμων γενικής αναζήτησης της Google. Η Google συμπεριέλαβε σειρά κριτηρίων στους εν λόγω αλγόριθμους και, ως εκ τούτου, οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών υποβιβάζονται. Βάσει στοιχείων καταδεικνύεται ότι, ακόμη και η ανταγωνιστική υπηρεσία με την πλέον υψηλή κατάταξη, εμφανίζεται κατά μέσο όρο μόνο στην τέταρτη σελίδα των αποτελεσμάτων γενικής αναζήτησης της Google, ενώ άλλες εμφανίζονται ακόμη πιο κάτω. Η υπηρεσία σύγκρισης τιμών της Google δεν υπόκειται στους αλγόριθμους γενικής αναζήτησης Google, ούτε υποβιβάζεται.
Ως εκ τούτου, η υπηρεσία σύγκρισης τιμών της Google είναι πολύ πιο ορατή από τους καταναλωτές στα αποτελέσματα έρευνας της Google, ενώ οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών είναι πολύ λιγότερο ορατές.
Βάσει στοιχείων, καταδεικνύεται ότι οι καταναλωτές κάνουν κλικ πολύ συχνότερα στα αποτελέσματα που είναι πιο ορατά, ήτοι σε εκείνα με την υψηλότερη κατάταξη στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google. Ακόμη και σε επιτραπέζιους υπολογιστές, τα δέκα πρώτα αποτελέσματα γενικής αναζήτησης στη σελίδα 1, λαμβάνουν συνολικά περίπου το 95% όλων των κλικ στα αποτελέσματα γενικής αναζήτησης (ενώ το αποτέλεσμα που βρίσκεται στην κορυφή των αποτελεσμάτων λαμβάνει περίπου το 35% όλων των κλικ). Το πρώτο αποτέλεσμα στη σελίδα 2 των γενικών αποτελεσμάτων αναζήτησης της Google λαμβάνει μόνο ποσοστό 1% περίπου όλων των κλικ. Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνον από το γεγονός ότι το πρώτο αποτέλεσμα είναι πιο συναφές, δεδομένου ότι τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η μετακίνηση του πρώτου αποτελέσματος στην τρίτη θέση έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των κλικ κατά περίπου 50%. Τα αποτελέσματα στις κινητές συσκευές είναι ακόμη πιο αισθητά λόγω του πολύ μικρότερου μεγέθους οθόνης.
Αυτό σημαίνει ότι, παρέχοντας περίοπτη θέση μόνον στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών, και υποβιβάζοντας αυτές των ανταγωνιστών, η Google παρείχε στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών σημαντικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις ανταγωνιστικές εταιρείες.
Παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ
Οι πρακτικές της Google συνιστούν κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Google στις υπηρεσίες γενικής διαδικτυακής αναζήτησης νοθεύοντας τον ανταγωνισμό στις αγορές σύγκρισης τιμών.
Η δεσπόζουσα θέση στην αγορά δεν είναι, αφ' εαυτής, παράνομη βάσει των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ. Ωστόσο, οι εταιρείες με δεσπόζουσα θέση φέρουν ιδιαίτερη ευθύνη μη κατάχρησης της ισχυρής θέσης τους στην αγορά περιορίζοντας τον ανταγωνισμό, είτε στην αγορά στην οποία κατέχουν δεσπόζουσα θέση είτε σε χωριστές αγορές.
  • Η σημερινή απόφαση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Google κατέχει δεσπόζουσα θέση στις αγορές γενικής διαδικτυακής αναζήτησης σε όλο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), ήτοι στο σύνολο των 31 χωρών ΕΟΧ. Διαπιστώνει ότι η Google κατέχει δεσπόζουσα θέση στις αγορές γενικής διαδικτυακής αναζήτησης σε όλες τις χώρες του ΕΟΧ από το 2008, με εξαίρεση την Τσεχική Δημοκρατία,       όπου, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, διαπιστώθηκε δεσπόζουσα θέση από το 2011. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι η μηχανή αναζήτησης της Google, κατείχε πολύ υψηλά μερίδια αγοράς σε όλες τις χώρες του ΕΟΧ, υπερβαίνοντας το 90% στις περισσότερες εξ αυτών. Αυτό παρατηρείται συστηματικά, τουλάχιστον από το 2008, που αποτελεί την έναρξη της περιόδου       την οποία διερεύνησε η Επιτροπή. Υπάρχουν επίσης υψηλοί φραγμοί όσον αφορά την είσοδο στις αγορές αυτές, εν μέρει λόγω των επιπτώσεων δικτύου: όσο περισσότερο οι καταναλωτές χρησιμοποιούν μια μηχανή αναζήτησης, τόσο πιο ελκυστική καθίσταται αυτή για τους διαφημιστές. Τα κέρδη που προκύπτουν μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για την προσέλκυση ακόμη περισσότερων καταναλωτών. Ομοίως, τα δεδομένα που συλλέγει μια μηχανή αναζήτησης για τους καταναλωτές μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων.
  • Η Google καταχράστηκε αυτή τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, προσφέροντας παράνομο πλεονέκτημα στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών. Παρείχε περίοπτη θέση στα αποτελέσματα αναζήτησής της μόνο στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών, υποβιβάζοντας παράλληλα τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες. Νόθευσε τον αξιοκρατικό ανταγωνισμό όσον αφορά τις αγορές υπηρεσιών σύγκρισης τιμών.
Η Google εισήγαγε την πρακτική αυτή και στις 13 χώρες του ΕΟΧ όπου η Google έχει αναπτύξει τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών, αρχής γενομένης τον Ιανουάριο του 2008 στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη συνέχεια, επεξέτεινε την πρακτική αυτή στη Γαλλία τον Οκτώβριο του 2010, στην Ιταλία, στις Κάτω Χώρες και στην Ισπανία τον Μάιο του 2011, στην Τσεχική Δημοκρατία τον Φεβρουάριο του 2013 και στην Αυστρία, το Βέλγιο, τη Δανία, τη Νορβηγία, την Πολωνία και τη Σουηδία τον Νοέμβριο του 2013.

Νομικά προβλήματα των διαδικτυακών συναλλαγών

2ο Συνέδριο της Εταιρίας Μελέτης Εμπορικού και Οικονομικού Δικαίου
Νομικά προβλήματα των διαδικτυακών συναλλαγών
Ναύπλιο, 6-7 Οκτωβρίου 2017
Ξενοδοχείο ΑΜΑΛΙΑ

Παρασκευή 6/10/2017
6 μ.μ.
Ι. Το Νομικό Πλαίσιο των Διαδικτυακών Συναλλαγών
Συντονιστής: Νικόλαος Ρόκας, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
1. Κανόνες ή αυτορρύθμιση για το Διαδίκτυο;
Γεώργιος Γιαννόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ   
2. Ο Κώδικας Δεοντολογίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο
Γεώργιος Γεωργιάδης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
3. Διαδίκτυο και θεμελιώδεις ελευθερίες στην ενωσιακή έννομη τάξη
Γεώργιος Καρύδης, Αναπλ. Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Σάββατο 7/10/2017
9.30 π.μ.
ΙΙ. Διαδίκτυο και δίκαιο του ανταγωνισμού
Συντονιστής: Ιωάννης Σαρμάς, Αντιπρόεδρος Ελεγκτικού Συνεδρίου
4. Περιορισμοί ανταγωνισμού στη διανομή προϊόντων και υπηρεσιών μέσω διαδικτύου
Δημήτρης Ν Τζουγανάτος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
5. Η ουδετερότητα των μηχανών αναζήτησης (search neutrality)
Γεώργιος Ψαρουδάκης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
6. Νομικά προβλήματα της ψηφιακής οικονομίας διαμοιρασμού (sharing economy)
Στέφανος Χαρακτινιώτης, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αιγαίου


11.30 π.μ.
ΙΙΙ. Ειδικές περιπτώσεις διαδικτυακών συναλλαγών
Συντονιστής: Ιωάννης Αψούρης, Νομικός Σύμβουλος Ομίλου ΕΛΠΕ
7. Εξελίξεις στη διαδικτυακή πώληση φαρμάκων
Ιωάννης Ιγγλεζάκης, Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
8. Το διαδικτυακό στοίχημα
Νικόλαος Κοσμίδης, Δικηγόρος, LL.M.
9. Η αυτοματοποιημένη παροχή νομικών υπηρεσιών
Κωνσταντίνος Ρόκας, Ph.D., Εντεταλμένος Διδασκαλίας Πανεπιστημίου Αθηνών 

5 μ.μ.
IV. Διαδίκτυο και πνευματική ιδιοκτησία
Συντονιστής: Γεώργιος Σωτηρόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
10. Η χρήση υπερσυνδέσμων στο Διαδίκτυο από την οπτική του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας
Ειρήνη Σταματούδη, Δικηγόρος, Δ.Ν., Διευθύντρια Ο.Π.Ι.
11. Η εφαρμογή του άρ. 64Α ν. 2121/93 έναντι παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών
Αριστέα Σινανιώτη-Μαρούδη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πειραιώς
12. «Η δωσιδικία για την προστασία του δημιουργού στο Διαδίκτυο» ή  «Η προστασία των βάσεων δεδομένων»*
* Θα παρουσιαστεί ένα από τα δύο θέματα, από όποιον επιλεγεί βάσει της ανακοινωθείσας πρόσκλησης για την υποβολή μελετών από νέους επιστήμονες.    

Οι μελέτες υποβάλλονται στο info@emeod.gr έως  τις 20/8/2017.

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Προσβολή προσωπικότητας μέσω δημοσιεύματος στον ηλεκτρονικό Τύπο


ΠολΠρΘεσ 10144/2016


Λήμματα: Προσβολή προσωπικότητας με δημοσίευμα ηλεκτρονικής εφημερίδας, Αστική ευθύνη του τύπου, Ευθύνη για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον.

Δημοσιεύθηκε σε: Αρμενόπουλος 2017, σελ. 192 επ.,

-----------------------------------------------------------------------------




Εισαγωγικό σημείωμα


Η απόφαση δέχεται ότι στις υποθέσεις όπου λαμβάνει προσβολή προσωπικότητας από δημοσίευμα στο διαδίκτυο και ειδικότερα, μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs), εφαρμόζεται αναλογικά η νομοθεσία περί Τύπου, στην οποία προβλέπεται ότι ο ιδιοκτήτης του εντύπου υποχρεούται σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι ακόμα και αν ο συντάκτης ενός διαδικτυακού δημοσιεύματος είναι άγνωστος, θα υπάρχει ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, κατ' αναλογία με όσα ισχύουν για τον Τύπο.


Ωστόσο, η απόφαση δεν κάνει δεκτό το αίτημα παράλειψης στο μέλλον της προσβολής, η οποία σταμάτησε μετά την άσκηση της αγωγής, με το σκεπτικό ότι δεν αναφέρονται στην αγωγή περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας του προσβληθέντος. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι η προσβολή ήταν συντελεσμένη κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής και δεν ήταν εύλογο να αναφερθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι υπάρχει κίνδυνος επανάληψης της προσβολής στο μέλλον και να προβλεφθεί ότι θα είχε διακοπεί η προσβολή μέχρι της εκδικάσεως της υπόθεσης, σε πρώτο βαθμό.





------------------------------------------------------------------------------



Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το. άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρο 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίηση; λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρο 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 § 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 πκ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 §§ 1, 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 § 3 του Συντάγματος). Όριο προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρ. 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον, όπως είναι και η αναδημοσίευση (ΑΠ 531/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1447/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας; παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009,333/20101 179/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά.το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου. Η παραπάνω διάταξη είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται έτσι σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτό είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις (ΑΠ 271/20Ι2, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι προαναφερόμενες, μάλιστα, διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (Internet), μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από τη λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων δια αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών (ΕφΔωδ 220/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 36/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 680/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 8962/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει, ότι οι εναγόμενες εταιρίες, ως ιδιοκτήτριες των αναφερόμενων ιστοσελίδων του διαδικτύου, δημοσίευσαν ένα κείμενο αγνώστου συντάκτη (η δεύτερη από αυτές το αναδημοσίευσε εν μέρει), το οποίο περιείχε αναληθή και δυσφημιστικά γεγονότα, την αναλήθεια των οποίων γνώριζαν, με αποτέλεσμα να προσβάλουν, όπως είχαν σκοπό, την τιμή, την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητά του, θέτοντας σε κίνδυνο την επαγγελματική του υπόσταση. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η μεν πρώτη από αυτές το ποσό των 200.000,00 ευρώ, η δε δεύτερη από αυτές το ποσό των 50.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγήs και μέχρι την εξόφληση. Επίσης, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να άρουν την προσβολή και να την παραλείψουν στο μέλλον, διαγράφοντας τα επίδικα δημοσιεύματα από τις αναφερόμενες στην αγωγή ιστοσελίδες και από κάθε άλλο ιστοχώρο αναδημοσιεύονται, να δημοσιεύσουν στην αναφερόμενη στην αγωγή εφημερίδα, περίληψη της απόφασης που θα εκδοθεί εντός 15 ημερών από την επίδοσή της, με απειλή καταβολής χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της δημοσίευσης.

(.....)

Το αίτημα του ενάγοντος να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να άρουν την προσβολή, διαγράφοντας το επίδικο δημοσίευμα από κάθε άλλο ιστοχώρο, στον οποίο αναδημοσιεύονται, πλην αυτών που αναφέρονται στην αγωγή και είναι ιδιοκτησίας των εναγομένων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Ακολούθως, η αγωγή είναι ορισμένη, πλην του αιτήματος της να παραλειφθεί στο μέλλον οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους των εναγομένων, διότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση παραλείψεως προσβολής της προσωπικότητας στο μέλλον είναι η επίκληση στην αγωγή περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας του προσβληθέντος, περιστατικά τα οποία δεν επικαλείται ο ενάγων στη συγκεκριμένη περίπτωση [Εφθεσ 77/2007, ΕπισκΕΔ 2007.504, ΕφΘεσ2645/20Ο2, Αρμ 2004.860, ΕφΛαρ 431/2000, ΕλλΔνη 2001.502, ΕφΑθ 3346/1996, ΕλλΔνη 1998.667, ΕφΑθ 6805/1987, ΕλλΔνη, 1990.1458, βλ και Γεωργιάδη/Σταθόπουλου (-Καρακατσάνη), Αστικός Κώδιξ, Τ. 1, Γενικές Αρχές, άρθρο 57, αριθ, 17,σ. 104, Α. Βαθρακοκοίλη, ό.π, σ. 124 επ.].








Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Διαγραφή δεδομένων από τις μηχανές αναζήτησης

Όπως είναι γνωστό, με την απόφαση  Google Spain SL και Google Inc. κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) και Mario Costeja González του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα στη λήθη, έναντι - καταρχήν - των μηχανών αναζήτησης στο διαδίκτυο.

Ειδικότερα, η απόφαση δέχθηκε τα εξής:
..... ο φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης υποχρεούται να απαλείφει από τον κατάλογο αποτελεσμάτων, ο οποίος εμφανίζεται κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου, συνδέσμους προς δημοσιευμένες από τρίτους ιστοσελίδες που περιέχουν πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπο αυτό, και στην περίπτωση κατά την οποία το ονοματεπώνυμο αυτό ή οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διαγραφεί προηγουμένως ή ταυτοχρόνως από τις ως άνω ιστοσελίδες, η υποχρέωση δε αυτή ισχύει ακόμη και όταν αυτή καθαυτή η δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών στις εν λόγω ιστοσελίδες είναι νόμιμη.
 ...πρέπει μεταξύ άλλων να εξετάζεται αν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να πάψει η σχετική με το πρόσωπό του πληροφορία να συνδέεται, επί του παρόντος, με το ονοματεπώνυμό του μέσω του καταλόγου αποτελεσμάτων ο οποίος προκύπτει κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο αυτό, χωρίς πάντως η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού να προϋποθέτει ότι η εμφάνιση της επίμαχης πληροφορίας στον κατάλογο αποτελεσμάτων προκαλεί βλάβη στο υποκείμενο των δεδομένων.
Αυτό δεν ισχύει όταν, για ειδικούς λόγους, όπως ο ρόλος που διαδραματίζει το εν λόγω υποκείμενο στον δημόσιο βίο, προκύπτει ότι η επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου δικαιολογείται από το υπέρτερο συμφέρον του κοινού για πρόσβαση στην επίμαχη πληροφορία συνεπεία της εμφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο.

Κάνοντας πράξη την απόφαση αυτή, η Google και οι άλλες μηχανές αναζήτησης, έθεσαν σε λειτουργία συστήματα διαγραφής. Ειδικά, η Google, λειτουργεί στη σελίδα: https://www.google.com/webmasters/tools/legal-removal-request?complaint_type=rtbf&visit_id=1-636314061776069401-4215593786&rd=1&pli=1  ένα σύστημα κατάργησης συνδέσμων προς ιστοσελίδες, στο οποίο περιλαμβάνεται μια φόρμα που πρέπει να συμπληρώσει ο αιτούμενος τη διαγραφή.



Μέχρι σήμερα, η Google έχει λάβει έναν πολύ μεγάλο αριθμό αιτημάτων (727.522, παγκοσμίως και 3.337 αιτήματα στην Ελλάδα), τα αιτήματα δε αυτά προέρχονται σε ποσοστό 95% από πολίτες που επιθυμούν να προστατεύσουν προσωπικές και απόρρητες πληροφορίες και όχι από πολιτικά πρόσωπα ή εγκληματήσαντεςΓίνεται, έτσι, σαφές ότι το δικαίωμα στη λήθη δεν καλύπτει τις "ασχήμιες" του παρελθόντος, αλλά αφορά εύλογα αιτήματα με σκοπό την προστασία της ιδιωτικότητας.

Ως προς το ερώτημα, "με ποια κριτήρια θα αποφασίζουν οι μηχανές αναζήτησης για τη διαγραφή αποτελεσμάτων αναζήτησης;", η ομάδα εργασίας του άρθρου 29, εξέδωσε ένα σχετικό έγγραφο:

GUIDELINES ON THE IMPLEMENTATION OF THE COURT OF JUSTICE OF THE EUROPEAN UNION JUDGMENT ON “GOOGLE SPAIN AND INC V. AGENCIA ESPAÑOLA DE PROTECCIÓN DE DATOS (AEPD) AND MARIO COSTEJA GONZÁLEZ” C-131/12
Σε αυτό περιλαμβάνονται μια λίστα κριτηρίων, με βάση τα οποία θα πρέπει να γίνεται η αξιολόγηση των αιτημάτων διαγραφής. Εν περιλήψει, τα κριτήρια είναι τα εξής:

1. Το αποτέλεσμα αναζήτησης αφορά φυσικό πρόσωπο, δηλ. άτομο; Και το αποτέλεσμα αναζήτησης εμφανίζεται με βάση το όνομα του υποκειμένου των δεδομένων; 
2. το υποκείμενο των δεδομένων διαδραματίζει ρόλο στη δημόσια ζωή; Είναι δημόσιο πρόσωπο; 
3. Το υποκείμενο των δεδομένων είναι ανήλικος; 
4. Τα δεδομένα είναι ακριβή; 
5. Τα δεδομένα είναι συναφή κι όχι περισσότερα από όσα χρειάζονται; 
6. Αφορούν την επαγγελματική ζωή του υποκειμένου; 
7. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης συνδέεται με πληροφορίες που φέρεται να συνιστούν ρητορική μίσους/συκοφαντία/δυσφήμιση ή ανάλογα αδικήματα στον τομέα της έκφρασης κατά του προσφεύγοντος; 
8. Τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν προσωπική γνώμη ή φαίνεται να είναι επιβεβαιωμένο γεγονός; 
9. Είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα; 
10. Είναι τα δεδομένα επικαιροποιημένα; Τα στοιχεία διατίθενται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από όσο απαιτείται για τον επιδιωκόμενο σκοπό; 
11. Η δημοσιοποίηση των δεδομένων έχει δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις για την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων; 
12. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης συνδέεται με πληροφορίες που θέτουν το υποκείμενο των δεδομένων σε κίνδυνο; 
13. Ποιο είναι το περικείμενο μέσα στο οποίο δημοσιεύτηκαν τα δεδομένα; Δημοσιοποιήθηκαν τα δεδομένα αυτά από το ίδιο το υποκείμενο; Θα μπορούσε να υπάρξει εύλογη προσδοκία από το υποκείμενο ότι τα δεδομένα θα δημοσιοποιηθούν; 
14. Το αρχικό κείμενο έχει δημοσιευθεί στο πλαίσιο δημοσιογραφικών σκοπών; 
15. Ο εκδότης των δεδομένων έχει τη νομική δύναμη ή τη νομική υποχρέωση να καθιστά τα δεδομένα διαθέσιμα στο κοινό; 
16. Τα δεδομένα αφορούν σε ποινικό αδίκημα;

Στην Ελλάδα, η Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχει εκδώσει τρεις σημαντικές αποφάσεις στο θέμα αυτό. Δείτε σχετικά: https://www.lawspot.gr/nomika-blogs/vasilis-karkatzoynis/dikaioma-sti-lithi-3-simantikes-apofaseis-tis-apdph-gia-tin

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΔΕΕ: ερμηνεία του όρου "έννομο συμφέρον" στο άρθρο 7 στοιχ. στ΄ της οδηγίας 95/46/ΕΚ

Μια σημαντική απόφαση για την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου προστασίας προσωπικών δεδομένων εξέδωσε στις 4.5.2017 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-13/16 «Rīgas satiksme». Συγκεκριμένα, το προδικαστικό ερώτημα αφορούσε την ερμηνεία της έννοιας του εννόμου συμφέροντος του υπεύθυνου επεξεργασίας ως λόγο που νομιμοποιεί τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων (άρθρο 7 στοιχ. 7 της οδηγίας 95/46 και άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ ν. 2472/1997, αντίστοιχα).

Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του αρμόδιου γραφείου  για τη βεβαίωση τροχαίων παραβάσεων του διοικητικού δικαίου και υπαγόμενου στην εθνική αστυνομική διεύθυνση ασφάλειας της περιφέρειας της Ρίγας, στη Λετονία και της εταιρίας τρόλεϊ της πόλεως της Ρίγας (Rīgas satiksme), με αντικείμενο αίτημα γνωστοποιήσεως των δεδομένων ταυτοποιήσεως του υπαιτίου του ατυχήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα και η Rīgas satiksme υπέβαλε αίτηση στην αστυνομία, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για το πρόσωπο στο οποίο είχε επιβληθεί διοικητική κύρωση μετά το ατύχημα, καθώς και αντίγραφα των δηλώσεων του οδηγού του ταξί και του επιβάτη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, καθώς και το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του επιβάτη του ταξί. Η αστυνομία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της Rīgas satiksme και της κοινοποίησε το ονοματεπώνυμο του επιβάτη, αλλά αρνήθηκε να κοινοποιήσει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του. Η Rīgas satiksme άσκησε προσφυγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της αστυνομίας, στο μέτρο που αρνήθηκε να της αποκαλύψει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση του εμπλεκομένου στο ατύχημα επιβάτη. Συνακόλουθα, το δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή της Rīgas satiksme και η αστυνομία άσκησε αναίρεση. Το Δικαστήριο όμως είχε αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα των τρόπων αποκτήσεως δεδομένων και διευκρίνισε ότι εάν η υποβαλλόμενη στο ληξιαρχείο αίτηση αναφέρει μόνον το όνομα του επιβάτη του ταξί, ενδέχεται να μην είναι δυνατή η ταυτοποίησή του χωρίς τον αριθμό δελτίου ταυτότητας, διότι είναι δυνατό να έχουν το ίδιο ονοματεπώνυμο πλέον του ενός πρόσωπα, καθώς και ότι ο αιτών πρέπει να γνωρίζει τουλάχιστον τη διεύθυνση του τόπου κατοικίας του καθού προκειμένου να ασκήσει αίτηση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Συνακόλουθα, υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα διότι εκτίμησε ότι υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία του όρου «απαραίτητη» στο άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής.

Συνακόλουθα, τα ενδιαφέροντα στοιχεία της απόφασης, με την οποία γίνεται ερμηνεία της κρίσιμης διάταξης, είναι τα εξής:

Σύμφωνα με το ΔΕΕ, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46 δεν επιβάλλει, καθ’ εαυτό, υποχρέωση, αλλά εκφράζει απλώς τη δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων, όπως η ανακοίνωση σε τρίτο των δεδομένων που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου εκ μέρους του εννόμου συμφέροντος. Βεβαίως, η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια γνωστοποίηση, σε περίπτωση που αυτή πραγματοποιείται βάσει του εθνικού δικαίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπει η διάταξη αυτή.

Ειδικότερα, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46 προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις για τη σύννομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δη, πρώτον, την επιδίωξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του υπευθύνου της επεξεργασίας ή του τρίτου ή των τρίτων στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, δεύτερον, την αναγκαιότητα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου εννόμου συμφέροντος και, τρίτον, την προϋπόθεση ότι δεν προέχουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων.

Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την επιδίωξη εννόμου συμφέροντος, το ΔΕΕ έκρινε ότι είναι έννομο το συμφέρον που έχει τρίτος να αποκτήσει τις προσωπικές πληροφορίες προσώπου το οποίο επέφερε ζημία στην περιουσία του, ώστε να εναγάγει το πρόσωπο αυτό για αποζημίωση.

Περαιτέρω, όσον αφορά την προϋπόθεση περί αναγκαιότητας της επεξεργασίας των δεδομένων πρέπει να υπομνησθεί ότι οι παρεκκλίσεις και οι περιορισμοί της αρχής της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν το αυστηρώς αναγκαίο μέτρο. Συνεπώς, η γνωστοποίηση μόνον του ονοματεπωνύμου του υπαιτίου της ζημίας δεν αρκεί για να εξακριβωθεί επαρκώς η ταυτότητά του ώστε να καταστεί δυνατό να εναχθεί αυτός ενώπιον δικαστηρίου. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο για τον σκοπό αυτό να παρασχεθεί και η διεύθυνση και/ή ο αριθμός δελτίου ταυτότητας του προσώπου αυτού.

Τέλος, όσον αφορά την προϋπόθεση της σταθμίσεως των επίμαχων αντιτιθεμένων δικαιωμάτων και συμφερόντων, αυτή εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περιπτώσεως. Σχετικά, δε το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η σοβαρότητα της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο αφορά η εν λόγω επεξεργασία μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το εάν τα επίδικα δεδομένα περιλαμβάνονται ήδη σε προσβάσιμες στο κοινό πηγές.

Με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο έδωσε την απάντηση ότι: το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει την υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτο, προκειμένου αυτός να μπορέσει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για τη ζημία που του προκάλεσε το πρόσωπο το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων αυτών. Εντούτοις, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής δεν αντιτίθεται σε μια τέτοιου είδους γνωστοποίηση βάσει του εθνικού δικαίου.










Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Επιστημονική Εκδήλωση ΕΝΑΣ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΈΝωσης ΑΣτικολόγων διοργανώνει επιστημονική εκδήλωση την 1η Ιουνίου 2017, ημέρα ΠΕΜΠΤΗ και ώρα 19:00, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, Ακαδημίας 60 (1ος όροφος), Αθήνα, με θέμα:
Ζητήματα από τον νέο Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία δεδομένων

Εισηγητές:
•       Ευγενία Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου, Καθηγήτρια Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής Πανεπιστημίου Μακεδονίας: «Καινοτόμες ρυθμίσεις του Κανονισμού 2016/679, με έμφαση στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ανηλίκων»

•       Ιωάννης Ιγγλεζάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ: «Το δικαίωμα στη λήθη»
•       Λίλιαν Μήτρου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Μηχανικών Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων Πανεπιστημίου Αιγαίου: «Η συγκατάθεση ως βάση νομιμότητας της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων»